Ζορμπάς, ο Έλληνας.
Γιατί αυτό το έργο πιότερο απ'άλλα του ιδίου με ανακατώνει τόσο πολύ;
Επειδή βλέπω την μοίρα μου σ'αυτήν εκείνης της χήρας που την λιθοβόλησαν οι χωριανοί της; Εκείνη ναι, που δεν είχε δικαίωμα (αν και είχε δικαιωματικά θέση) στην κοινωνία του μικρού χωριού, επειδή δεν τους δόθηκε. Επειδή διάλεξε με ποιόν θα μοιραστεί χαρές, και αρνήθηκε όλους τους άλλους.
Αυτήν που οι άντρες την εθέλησαν και δεν εμπόρεσαν να την έχουν. Που η παρουσία και η εμμορφιά της ήταν αγκάθι που τους έκαιγε.
Γιατί μισούμε αυτό που δεν μπορούμε να'χουμε, κι'ας το ποθούμε όσο τίποτ'άλλο.
Κι'ότι μας αντιστέκεται και θεριεύει τον πόθο μας γίνεται ποτάμι και μας πνίγει, θολώνει το βλέμμα μας, παρασέρνει τους λογισμούς μας.
Και βάλουμε τον λίθο.
Τον πρώτο, τον τελευταίο, ποιά σημασία; Όλοι μαζί την έβγαλαν προς τα έξω τη συγκαλυμένη οργή τους που τους έκαιγε χρόνια γι'αυτό που αρνιόταν να τους δώσει: την ψυχή και το κορμί της.
Και την σκότωσαν.
Με τον Καζαντζάκειο τρόπο. Τον αληθινό.
Αυτόν τον ίδιο που ζω τόσα χρόνια.
Σ'ένα ανάλογα μικρό χωριό: αυτό της αρχής, της πρώτης εμπειρίας.
Κι'ύστερα στο μικρό χωριό του κλειστού επαγγέλματος και σ'αυτό των φιλικών κύκλων-εκεί ακριβώς που όλα είναι άμιλλα αντί νά'ναι ξεκούραση κι'εμπιστοσύνη....
Και επειδή πάντα εκ των έσω έρχεται η προδοσία, η πιό βαρειά απ'όλες τις πέτρες που πέφτουνε ήρθε απ΄τον παιδικό φίλο, αυτόν που ποθεί και δεν έχει τόσα χρόνια την γυναίκα των ονείρων, φαντασιώσεων και ανείποτων πόθων του και επιθυμιών του.
Και την έριξε με μένος ανάλογο μ'αυτό της χρόνιας αναμονής, και λύσσα ίσα με την ανικανοποίητη ορμή που ποτέ δεν βρήκε αναπαμό και γαλήνεμα στην αγκαλιά του μοναδικού του ανεκπλήρωτου ονείρου.
Και για τούτο εκδεικείται. Και σκοτώνει με το συγκαλυμένο μίσος, αυτό του ανικανοποίητου πόθου.
''Μη μου φερθείς σαν ελληνίδα...''
Κι'εσύ που'χεις το πιό δυνατό μυαλό που'χω δει ν'απαστράφτει, και που μ'έκανες κι'ερωτεύτηκα χωρίς το θέλημά μου...
Εσύ που ο συνειρμικός σου λογισμός άλλαξε την εικόνα μου για σένα: τόσο ήταν μοναδικός...
Άκου τούτο : κάνε στην άκρη το πνεύμα, τη νοημοσύνη, και μην την ακούς! Αυτή οδηγεί στην άρνηση. Τούτο είναι το ''μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι'' που οδηγει στην Βασιλεία των Ουρανών, την γαλήνη και την ηρεμία.
Άσε την ψυχή να σε οδηγήσει. Ούτε καν την καρδιά (για να μη με παρανοήσεις). Μόνο την ψυχή!
Και ψυχή έχεις, μεγάλη. Απέραντη...Είσαι πρίγκιπας!
Ίσως με σπασμένα φτερά και αεροπλάνο πεσμένο στην έρημο... Αλλά bon sang ne saurait mentir!
Κι'άκου και τούτο : πρίγκιπες μ'αρματωσιές και μπιχλιμπίδια έχω γνωρίσει πολλούς. Και τ'αποκτήματά σου μου τά΄δωσε η ζωή νωρίς κι'απλόχερα. Δεν εντυπωσιάζομαι απ'την λάμψη, αυτήν την εξωτερική. Κι'η καρδιά μου δεν σκιρτά απ'τον θόρυβο της μηχανής με την -εγωϊστικά- μιά θέση.
Η καρδιά μου σκιρτά κι'αναρριγώ για το αν εισαι καλά. Αν βρίσκεις το δρόμο σου. Αν αντέχεις. Αν χάνεσαι ακόμα....Αν πνίγεσαι, αν γελάς.
Όχι αν κάνεις τους άλλους να γελούν. Αυλές και κόλακες θα υπάρχουν πάντα. Και συνδαιτήμονες της τελευταίας στιγμής.
Όμως μη χάσεις τον γλυκό, συγκλονιστικό άνθρωπο (αυτόν, ναι αυτόν του άστοχου μηνύματος!) που είσαι και που προσπαθείς να κουμαντάρεις.
Γιά πόσο θα διασκεδάζεις τους παρατρεχάμενους για να διασκεδάσεις τον δικό σου πόνο;
Για να προσπαθήσεις να νιώσεις αγάπη;
Αφού εσύ ξέρεις πως αν δεν πέσει η πανοπλία το λυτρωτικό της άγγιγμα δεν θα σε φθάσει. Εσύ μου τό'μαθες...
Και πες μου ότι λέω άστοχα, αλλά, πριν, ξαναδιάβασε αυτό :
Ο πρίγκιπας
'' (…)
Μιας ανάλαφρης ρίγους παλλόμενης έλξης − μιας ατέλειωτης νύχτας στιγμή
Την ανάσα…
του διπλού εαυτού : του μικρού που γελά και του άλλου που όλα τα ξέρει....
του εαυτού που πονά για να βρει αγκαλιά
χωρίς ομως να βρει και το ταίρι...
Και του άλλου, του ενός − του παλιού εαυτού που γυρνάει με πόνο τους αιώνες
Που την άβυσσο ξέρει της κάθε στιγμής και την μέρα ζητά μες στην γκρίζα σιωπή−χειμωνιάτικο ψεύτικο φως,
που αναδύεται διάφανο μες στην ματιά
που μου ρίχνεις χωρίς να κοιτάς και να βλέπεις τους δυό εαυτούς που χορεύουν τρελά και πονάνε μαζί αγκαλιά,
δίχως λύτρωση άλλη απ’αυτή
που να δώσουν μπορούν μόνο μιά και μονάχα μιά άγια φορά
τα καινούργια τα πρώτα των αγγέλων φιλιά
που μου’ταξες μες τους αιώνες''.
14-Ο2-2 Ο 11