Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Ο Ζορμπάς και ο πρίγκιπας


Ζορμπάς, ο Έλληνας. 
Γιατί αυτό το έργο πιότερο απ'άλλα του ιδίου με ανακατώνει τόσο πολύ;
Επειδή βλέπω την μοίρα μου σ'αυτήν εκείνης της χήρας που την λιθοβόλησαν οι χωριανοί της; Εκείνη ναι, που δεν είχε δικαίωμα (αν και είχε δικαιωματικά θέση) στην κοινωνία του μικρού χωριού, επειδή δεν τους δόθηκε. Επειδή διάλεξε με ποιόν θα μοιραστεί χαρές, και αρνήθηκε όλους τους άλλους.
Αυτήν που οι άντρες την εθέλησαν και δεν εμπόρεσαν να την έχουν. Που η παρουσία και η εμμορφιά της ήταν αγκάθι που τους έκαιγε.
Γιατί μισούμε αυτό που δεν μπορούμε να'χουμε, κι'ας το ποθούμε όσο τίποτ'άλλο. 
Κι'ότι μας αντιστέκεται και θεριεύει τον πόθο μας γίνεται ποτάμι και μας πνίγει, θολώνει το βλέμμα μας, παρασέρνει τους λογισμούς μας.
Και βάλουμε τον λίθο. 
Τον πρώτο, τον τελευταίο, ποιά σημασία; Όλοι μαζί την έβγαλαν προς τα έξω τη συγκαλυμένη οργή τους που τους έκαιγε χρόνια γι'αυτό που αρνιόταν να τους δώσει: την ψυχή και το κορμί της. 
Και την σκότωσαν.
Με τον Καζαντζάκειο τρόπο. Τον αληθινό.
Αυτόν τον ίδιο που ζω τόσα χρόνια.
Σ'ένα ανάλογα μικρό χωριό: αυτό της αρχής, της πρώτης εμπειρίας.
Κι'ύστερα στο μικρό χωριό του κλειστού επαγγέλματος και σ'αυτό των φιλικών κύκλων-εκεί ακριβώς που όλα είναι άμιλλα αντί νά'ναι ξεκούραση κι'εμπιστοσύνη....
Και επειδή πάντα εκ των έσω έρχεται η προδοσία, η πιό βαρειά απ'όλες τις πέτρες που πέφτουνε ήρθε απ΄τον παιδικό φίλο, αυτόν που ποθεί και δεν έχει τόσα χρόνια την γυναίκα των ονείρων, φαντασιώσεων και ανείποτων πόθων του και επιθυμιών του.
Και την έριξε με μένος ανάλογο μ'αυτό της χρόνιας αναμονής, και λύσσα ίσα με την ανικανοποίητη ορμή που ποτέ δεν βρήκε αναπαμό και γαλήνεμα στην αγκαλιά του μοναδικού του ανεκπλήρωτου ονείρου.
Και για τούτο εκδεικείται. Και σκοτώνει με το συγκαλυμένο μίσος, αυτό του ανικανοποίητου πόθου.

''Μη μου φερθείς σαν ελληνίδα...''

Κι'εσύ που'χεις το πιό δυνατό μυαλό που'χω δει ν'απαστράφτει, και που μ'έκανες κι'ερωτεύτηκα χωρίς το θέλημά μου...
Εσύ που ο συνειρμικός σου λογισμός άλλαξε την εικόνα μου για σένα: τόσο ήταν μοναδικός...
Άκου τούτο : κάνε στην άκρη το πνεύμα, τη νοημοσύνη, και μην την ακούς! Αυτή οδηγεί στην άρνηση. Τούτο είναι το ''μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι'' που οδηγει στην Βασιλεία των Ουρανών, την γαλήνη και την ηρεμία. 
Άσε την ψυχή να σε οδηγήσει. Ούτε καν την καρδιά (για να μη με παρανοήσεις). Μόνο την ψυχή!
Και ψυχή έχεις, μεγάλη. Απέραντη...Είσαι πρίγκιπας!
Ίσως με σπασμένα φτερά και αεροπλάνο πεσμένο στην έρημο... Αλλά bon sang ne saurait mentir!
Κι'άκου και τούτο : πρίγκιπες μ'αρματωσιές και μπιχλιμπίδια έχω γνωρίσει πολλούς. Και τ'αποκτήματά σου μου τά΄δωσε η ζωή νωρίς κι'απλόχερα. Δεν εντυπωσιάζομαι απ'την λάμψη, αυτήν την εξωτερική. Κι'η καρδιά μου δεν σκιρτά απ'τον θόρυβο της μηχανής με την -εγωϊστικά- μιά θέση.
Η καρδιά μου σκιρτά κι'αναρριγώ για το αν εισαι καλά. Αν βρίσκεις το δρόμο σου. Αν αντέχεις. Αν χάνεσαι ακόμα....Αν πνίγεσαι, αν γελάς.
Όχι αν κάνεις τους άλλους να γελούν. Αυλές και κόλακες θα υπάρχουν πάντα. Και συνδαιτήμονες της τελευταίας στιγμής. 
Όμως μη χάσεις τον γλυκό, συγκλονιστικό άνθρωπο (αυτόν, ναι αυτόν του άστοχου μηνύματος!)  που είσαι και που προσπαθείς να κουμαντάρεις.
Γιά πόσο θα διασκεδάζεις τους παρατρεχάμενους για να διασκεδάσεις τον δικό σου πόνο;
Για να προσπαθήσεις να νιώσεις αγάπη; 
Αφού εσύ ξέρεις πως αν δεν πέσει η πανοπλία το λυτρωτικό της άγγιγμα δεν θα σε φθάσει. Εσύ μου τό'μαθες...
Και πες μου ότι λέω άστοχα, αλλά, πριν, ξαναδιάβασε αυτό :


Ο πρίγκιπας
'' (…)
Μιας ανάλαφρης ρίγους παλλόμενης έλξης − μιας ατέλειωτης νύχτας στιγμή
Την ανάσα…
του διπλού εαυτού : του μικρού που γελά και του άλλου που όλα τα ξέρει....
του  εαυτού  που πονά για να βρει αγκαλιά
χωρίς ομως να βρει και το ταίρι...
Και του άλλου, του ενός − του παλιού εαυτού που γυρνάει με πόνο τους αιώνες

Που την άβυσσο ξέρει της κάθε στιγμής και την μέρα ζητά μες στην γκρίζα    σιωπή−χειμωνιάτικο ψεύτικο φως, 
που αναδύεται διάφανο μες στην ματιά 
που μου ρίχνεις χωρίς να κοιτάς και να βλέπεις τους δυό εαυτούς που χορεύουν τρελά και πονάνε μαζί αγκαλιά, 
δίχως  λύτρωση άλλη απ’αυτή
που να δώσουν μπορούν μόνο μιά και μονάχα μιά άγια φορά 
τα καινούργια τα πρώτα των αγγέλων φιλιά 
που μου’ταξες μες τους αιώνες''. 
14-Ο2-2 Ο 11

  
        


  


Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

το αστέρι



Δεν θα θυμαμαι!
Ολα οσα − κι’αλλα ακομα
τοσα πολλα που − ’γιναν φυλακη
Και δεσμια των σκεψεων μου με κρατησαν 
εδω μαζι σ’αυτην την συντομη ζωη

Θα  σβησουν ολα!
Και οι στιγμες  και οι φορες  και οι χαρες  και οι συνηθειες
Αναριγη αναμνησης μοναδικης
Και ολ’αυτα που αλυσοδεσαν την υπαρξη μου
Θα δυαλυθουν σε μια μικρη, απροσμενη και φευγαλεα, τοσο δα απλη
στιγμη!

“Υπαρχω λες, κι’υστερα δεν υπαρχεις”
Στου Καρυωτακη την κλεψυδρα που μετραει
την συντομη κι’αβεβαιη της  μοναξιας  ασηκωτη κι’αυταρκη σιωπη
Ολες  οι σκεψεις, οι εικονες, οι αναμνησεις  πανε,
Κι’ολα φτερουγισαν σ’ενα  βλεφαρισμα του χρονου που διαρκει....

Οτι ημουν, οτι νομισες, οσα ενοιωσα και οσα πηρες
Κι’αλλα μυριαδες  που ο γαλαξιας  τα κρατα σιωπηλα
κι’οτι σκιρτησε την πληξη της  απεραντης  παραδοσης  μου
Θα τα ξεχασω, οταν θα σπαω του εαυτου μου τα δεσμα.

Τοτε εν’αστερι θε ν’αρχισει την τροχια του
στο παραπετο − και το Συμπαν ανοιχτο
Θα με δεχθει μεσα στην κρυα αγγαλια του
Για εναν αιωνα που κραταει οσο και’γω

Ωσπου και παλι μιαν αγαπη να μου δειξει το μονοπατι 
για τον κοσμο αυτο... 




ΛΙΛΛΗ,  29−Ο9−2ΟΟ9

''les biens paraphernaux'' (ou comment traverser nue l'existence)

Je n'ai jamais cherché un mari; j'ai, néanmoins, très vite compris la nécessité de la dotte.
Après les premiers fremissements du corps et du coeur durant l'adolescence, il m'apparaissait clair que l'on ne pouvait traverser l'existence sans bagagges.
Des solides trousseaux faits du plus beau cuir de Damas, avec des clous dorés et des cadenas bien ciselés.
Et dedans, tout ce que la famille possédait pour se débarasser -de la manière la plus élegante et 'politiquement correcte' de l'époque- d'une fille encombrante, posant des questions embarrassantes, curieuse, avide de savoir et dont l'existence semblait se résumer à une simple question harcelante : comment obtenir des réponses à toutes les questions essentielles?
Traversant les endroits les plus mythiques de la Grèce vers la fin des années '70 (l'époque de l'ephorie gréco-Giscardienne et ''boumpétrolieenne''), j'ai immédiatement saisi le pouvoir que possédait une paire des jambes interminables et bien dessinées hissées, de surcroît, sur des hauts talons.
Et pourtant : au diable leurs millions (et leurs varices)!
Ma dotte je me l'offrirai !
Je constituerai seule cet indispensable trousseau qui serait fait du pouvoir et de la chère liberté de dire ''non'' (ou plutôt :''non, merci!'' car en effet, le premier baggage -et peut-être le plus lourd des deux dont on nous dotait- était celui des convainances et de l'éducation stricte du pluriel aux parents imposé, du baise-main au père lors des grandes occasions, aussi à toutes les fêtes réligieuses).
Je suis donc partie (une fois le père décédé, tout de même...) constituer mon trousseau.
Avec les biens qui me sembleraient, à moi, indispensables afin de pouvoir bien me dotter.
M'assurer les biens paraphernaux qui m'offriraient le choix libre du mari (chère liberté, quand tu nous tiens...), et le précieux présent de l'accession au vrai savoir (comme jadis à une courtisane venitienne).
Un quart du siècle, j'ai bataillé.
Curieuse, avide de connaissance et d'expériences qui la nourrissent et qui lui permettent d'éclore -car la connaissance, avouons-le, nous l'avons, tous, au fond de nous-même et suivant la mayeutique de Socrates nous ne pouvons que l'autoriser à sortir des profondeurs et des méandres de notre âme lorsque nous l'aurions choisi- j'avais une petite idée des biens paraphernaux dont serait garni mon trousseaux.
Et revenir.
Car, étant scoute, je savais que nous revenons toujours -tel le cercle dont la parfaite rondeur est accentuée par le petit point du milieu, symbole gravé sur la tombe des Lords fondateurs du mouvement : je reviens.
Et trouver enfin l'être réellement cher et dont la prison j'ai fui tant d'années auparavant....celui qui ne m'aurait pas achetée, auquel je n'aurais pas acquiescé, celui qui m'aurait domptée et que j'aurais apprivoisé. Librement. Avec un consentement pleinement donné et empli de cette conscience des choses esentielles de l'existence: l'abandon et la confiance.
Comment emploie-t-on les biens paraphernaux?
De quelle manière les offre-t-on?
Quel contrat peut encore les garantir?
Seraient-ils, aujourd'hui, restitués après ruprure de l'engagament?
...et quelle serait leur valeur une fois partagés, consommés; une fois leur destination acquise: se dotter d'un mari qui protège et nourrit, satisfait et trahit?
Et si tant est que la dotte assure la postion sociale autorisant l'union qui est à la hauteur de l'offre, quid une fois dilapidée, évaporée, dissipée, consommée à dégoût?
Qu'est-ce qui reste lorsque nous avons tout dit, tout fait, tout partagé à ne plus trouver les mots, les gestes dans l'échange, la fascination des sensations communes qui naissent de ce goût unique du plaisir intensemment expérimenté?
Que les biens paraphernaux soient des trésors, des bagages de la matière ou de l'esprit, qu'est-ce qu'il reste aujourd'hui une fois leur rôle empli?

....n'est-il pas plus sur de traverser nue l'existence?

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

εν'όψη της φετινής 25ης Μαρτίου (είμαστε πάντα υπόδουλοι...)


Ο (πάντα υπόδουλος) ΡΩΜΙΟΣ , ΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΙ Η ΑΝΟΙΞΗ :

Μίλα μου σαν την βροχή για τον  ήλιο  που θα'ρθει  σε έρημο τόπο χαμένο
Μίλα μου για την αυγή  
που  θα φέρει ελπίδας ζεστή προσμονή, κι'ονειρο στον διαφεντεμένο
Πες  μου αν θά’ρθει αυτή η στιγμή  που η γή  θα γεμίσει με στάχια και κάλλη
Μίλα μου για την πνοή της  ζωής  Περσεφόνη ξανά μες  στο φως  της  γιορτής  που η
Δήμητρα αγκάλιασε πάλι. 

Πλησιάζει τελεύει κονταίνει ο καιρός που η ψυχή θα ριγίσει ακόμα
στ’ακρογιάλια και τους ουρανούς που κρατήσαν ξανά μες στ’όνειρο μακρυά τον 
χειμώνα...
Η  βροχή  λευτεριάς που σμιλεύει αργά τις καρδιές και τους έρημους τόπους 
χαμένους
Θα κυλίσει ξανά μες στις  ίδιες  ρουνιές  του κορμιού αγιασμός-λύτρωση γιά τους 
σκλαβωμένους.

Θα  βλαστήσει με μιας του σπορά του καλού η Μεγάλη και Λεύτερη Ιδέα
Θα γεμίσει ξανά του σταχυού η σοδειά Ελευσίνας κι Ορφέα η μαία
Ζω εγω μεγαλώνω κι αντριώνομαι ’δω σ’έρημο τόπο απ’τους  χάρτες  χαμένο
Μα η ψυχή μου γεννήθηκε σ’άλλον καιρό κι είναι μ’αίμα προγόνων και λύρα μυστών
των Θεών Άνοιξη και πεπρωμένο.

Βαγγελίσου ξανά προαιώνιο φως  μες  σε τόπο ιερό πονεμένο
Η  βροχή  που μιλά δεν θα σβήσει ποτέ στις καρδιές, στις ψυχές των Ρωμιών
την φωτιά−προσευχή  για ένα μέλλον λαμπρό
ανοιξιάτικο φως σ’ενα  βράχο μικρό, θεικό, λεύτερο, κ’ευλογημένο!

D'accord MJo, j'écrirai!

...Je noterai toute émotion, pensée qui la créée ou la dirige, sensation, sentiment nés dans ce nouveau monde que je découvre: celui de MON pays, celui de ma nouvelle vie.
Car du nouveau, j'en veux !
Mon armure est devenue trop étroite et j'ai beaucoup bataillé ces dernières années.
Je vais donc m'en débarasser pour libérer mes mouvements, sentir plus vite toutes les sensations possibles, laisser les autres m'approcher, puis - tant pis! - m'atteindre...
Car, en effet, c'est grâce à vous tous mes chers persecuteurs que j'y suis arrivée!!!
Le chemin est jalonné de symboles, rempli d'indices...
Les cailloux du petit poucet montrent l'étroite route de l'ascension - je suis au bon endroit pour celà d'ailleurs :
églises, monastères, lieux saints, lieux mystiques, endroits réellement magiques, moments spirituels forts, pics, collines qui permettent à l'âme de s'élever, êtres exceptionnels, discussions uniques....
...et toujours cette merveilleuse voute celeste (visible pour une fois!).
Si en France j'ai eu mes guides, mes Maîtres, dans ces lieux mythiques les vibrations sont révitalisantes et créées par une rencontre impromptue, par un échange énergigeant, les étincelles ambiantes des esprits vifs, l'existence des millions des possibilités flottantes, la conviction de l'incertitude, la certitude de l'imprévisibilité...
Ces moments ouvrent les voies du ''tout possible'' et remplissent l'âme d'une joie profonde d'un entousiasme qui vient tout droit de cette même quintessence de Dieu :
origine sémantique du mot enthousiasme : εν Θεω ουσια = en-thou-siasme =
dans l'essence de Dieu.
Eh, oui....je demeure une inconditionnelle enthousiaste qui cherche à rester au diapason avec l'Univers et qui s'extasie devant tout, portant un regard enfantin et émerveillé devant autant de beauté des âmes, des êtres et de leurs réalisations - magique fruit de leurs pensées.